Καλησπέρα
σας.
Πάρτε
μια βαθιά ανάσα και σκεφτείτε τον όρο
«ελληνική νοοτροπία». Κοιτάξτε τον
κόσμο γύρω σας και βάλτε με το μυαλό σας
πώς μπορεί να φαίνεται μέσα από αυτήν.
Σας έρχεται στο νου κάτι άσχημο; Κάτι
ωραίο, σταθερό και σίγουρο; Μια νοοτροπία
που παίρνει κάτι καλό και το χαλάει; Ένα
σκεπτικό που εκμεταλλεύεται με τον
καλύτερο τρόπο το καθετί;
Αυτός
είναι ο σκοπός της σημερινής μας
προσέγγισης πάνω στο ζήτημα.
|
Διάφοροι τυχαίοι
που πάνε ν' ακούσουν πέντε πράγματα
από τους καλύτερους
|
Ζούμε
στην Ελλάδα. Τη χώρα που εφηύρε τον
πολιτισμό. Λίγα άλλα έθνη ξεκινώντας
από τα αρχαία χρόνια (τουλάχιστον 4
χιλιετηρίδες πριν) κατάφεραν να αναπτύξουν
έναν τρόπο σκέψης παραγωγικό σε όλες
τις εκφάνσεις του. Με γνώμονα την ευγενή
άμιλλα και την τάση για τελειοποίηση
μέσα από μια επιθυμία να ξεπεράσει ο
ένας τον άλλο δημιούργησαν στο πέρασμα
των χρόνων εκ του μηδενός μια νοοτροπία.
Έναν τρόπο του νου που, χωρίς να περιέχει
καμία προσπάθεια για να καταστρέψει
τον άλλο, προώθησε την συγκρότηση ορδών
ανθρώπων που, όχι μόνο δε μπορούσες να
τους κερδίσεις με τίποτα στα λόγια, αλλά
και πήγαινες από μόνος σου σε αυτούς
για να μάθεις πέντε πράγματα.
Για
να αντιληφθούμε καλύτερα την «πολιτισμική
κληρονομιά» που όλοι υπερηφανεύονται
πως κρατάνε ψηλά λες και ήταν μέρος της,
θα πρέπει να καταλάβουμε πρώτα το πόσο
χρονικά μεγάλη ήταν. Και το πόσο λίγοι
ήταν αυτοί που την είχαν μέσα στην καρδιά
τους. Ως γνωστόν, επειδή δε θέλω να θίγω
ανθρώπους και καταστάσεις, απλά αναφέρω
μερικά πραγματάκια και τα συμπεράσματα
τα βγάζει ο καθένας μόνος του.
Κατ’
αρχήν, ας σκεφτούμε πρώτα πως το πόσο
παλιά έγιναν όλα αυτά. Μισή χιλιετηρίδα
πΧ; Τότε Χτίστηκε ο Παρθενώνας. Αλλά για
να φτάσουν σε αυτό το σημείο πρέπει να
ήταν ήδη καλοί. Άλλα καμιά πεντακοσαριά
χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της αρχαϊκής
εποχής, κόσμος πήγαινε να ζήσει στα
νησιά του εξωτερικού. Εξωτερικό ήταν
ο,τιδήποτε έξω από την πόλη, μια και
είναι αυτονόητη η πόλη – κράτος. Τότε
σιγά σιγά καταργούσαν τη βασιλεία και
εγκαθίδρυαν τη νέα μόδα, την αριστοκρατία,
που έφερε κι άλλες μόδες μαζί, όπως τη
φάλαγγα των οπλιτών. Όμως, για να είχαν
το μυαλό να τα κάνουν όλα αυτά πρέπει
πάλι να ήταν ήδη κάπως προχωρημένοι στο
μυαλό.
|
Η οπλιτική
φάλαγγα
|
Πιο
πριν, κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής
εποχής ή ομηρικής εποχής (1100 πΧ) βελτιώνεται
η κεραμεική και χρησιμοποιείται ο
σίδηρος ως το βασικό υλικό για όπλα και
τηγάνια. Ακόμη μια φορά, πρέπει να
σκεφτούμε πως για να βελτιώσουν την
κατασκευή όπλων και σκευών, πρέπει να
προϋπήρχαν αυτές οι τέχνες. Πρέπει να
πάμε πιο παλιά ακόμα για να βρούμε από
πότε αυτοί οι άνθρωποι είχαν το μυαλό
να δημιουργήσουν κάτι καλό, βιώσιμο,
στιβαρό, διαχρονικό και κληροδοτήσιμο
από το μηδέν. Ο άλλος έγραφε ποιήματα
που γέμιζαν βιβλία και τα θυμόταν απ’
έξω ώστε να τα απαγγέλει για μέρες στο
κοινό του, ενώ σήμερα πηγαίνει κάποιος
απόγονός του στην καφετέρια με το
κομπολόι του να κοιτάξει πέρα χωρίς
λόγο και δεν ξέρει αν πήρε το πορτοφόλι
από το σπίτι (και ούτε που νοιάζεται
κιόλας). Πιο παλιά, λοιπόν.
Πιο
πριν υπήρξε ο μυκηναϊκός πολιτισμός
(κατά το 1600 πΧ), πριν απ’ αυτόν ο αιγαιακός
πολιτισμός και ακόμα παλιότερα ο
μινωικός, τρεις χιλιάδες χρόνια προ
Χριστού. Κι άλλα δύο που είμαστε τώρα
μετά, σύνολο πέντε χιλιάδες χρόνια πάνω
– κάτω. Φαντάσου να μπορούσες να ζήσεις
για όλο αυτό το χρονικό διάστημα και να
έβλεπες τότε κάποιον να φτιάχνει ένα
λαβύρινθο, μια κατασκευή που σκέφτηκε
να κατασκευάσει χωρίς να προϋπάρχει
ούτε καν κάτι ανάλογο για να το αντιγράψει
από εκεί. Τώρα, πέντε χιλιάδες χρόνια
μετά το βρίσκεις στα σταυρόλεξα για να
απασχολείσαι, περιμένοντας να περάσει
η ώρα και η μέρα για να κοιμηθείς ξανά
ώστε να μη νιώσεις το χρόνο να περνάει,
απλά «για να περάσει η ώρα». Πέντε
χιλιάδες χρόνια πριν οι άλλοι έχτιζαν
τα μινωικά ανάκτορα, τα έβλεπαν και
καμάρωναν και τώρα, πέντε χιλιάδες
χρόνια μετά, άνθρωποι που γεννήθηκαν
από αυτούς χτίζουν απλά σπίτια που όμως
τους λείπουν πόρτες και παράθυρα, και
ξεκινούν από αντίθετες πλευρές να
φτιάχνουν δρόμους που δε συναντιούνται.
Αν
κάποιος που έχει χρόνο στη διάθεσή του
και την όρεξη, να μη σταματήσει, και να
αναλογιστεί όσα παραδείγματα μπορεί
μέχρι να βρει ένα συμπέρασμα, θα δει ότι
υπάρχουν πολλές διαφορές ανάμεσα στις
τότε εποχές και στην παροντική. Για να
μην προτρέχουμε και βγάζουμε ετυμηγορίες
χωρίς σκέψη, θα υποθέσουμε ότι οι
κόσμοι αυτοί είναι απλά διαφορετικοί
κι όχι κάποιος καλύτερος από τον άλλο.
Θα συμπεριλάβουμε και την υπόθεση του
καταμερισμού των έργων, μιας και από τη
στιγμή που ο άνθρωπος είναι κοινωνικό
ον είναι λογικό να συμβαίνει σε μια
οργανωμένη ομάδα. Καταμερισμό των έργων
λέμε όταν κάποιος παράγει ένα πράγμα ή
έστω ένα κομμάτι του, ενώ παράλληλα
απολαμβάνει τη χρησιμότητα πολλών άλλων
στην παραγωγή των οποίων δε συμμετέχει,
αφήνοντάς την σε κάποιους που απολαμβάνουν
πράγματα που έχει, άμεσα ή έμμεσα, παράγει
αυτός.
Κάποιος
τότε έφτιαχνε πολλά σπαθιά από σίδερο,
για να αρματώσει την προαναφερθείσα
οπλιτική φάλαγγα που ήταν άτομα διαλεγμένα
και ξεκοίλιαζαν κόσμο και τους πέταγαν
με κλωτσιές μέσα σε βαθιά πηγάδια. Αλλά
όμως, ο σιδηρουργός έτρωγε τα ψωμιά του
και έπινε τα κρασιά του χωρίς να ασχολείται
με το πώς φτιάχνεται το ψωμί και πώς
γίνεται το κρασί. Τώρα όμως υπάρχει
αδιαμφισβήτητα το πλεονέκτημα της
τεχνολογίας. Είναι δυνατόν από μια
ηλεκτρονική συσκευή με δυνατότητες που
πολλά κινητά τηλέφωνα εύκολα ξεπερνούν
να δοθεί εντολή για να φύγουν πυρηνικοί
πύραυλοι. Λίγο μετά την εκτόξευσή τους,
μυαλά κοιμώμενα και καμμένα από τις
αντιλήψεις του Ψυχρού Πολέμου θα αρχίσουν
άμεσα μια αλυσιδωτή αντεπίθεση που θα
αφανίσει την ανθρωπότητα σε λίγα λεπτά.
Και έτσι το συμπέρασμα ήρθε από μόνο
του: τώρα ο κόσμος είναι πιο εξελιγμένος.
Απατώμαστε
οικτρά. Είναι ένα επιχείρημα – καραμέλα
που πολλοί λένε στον εαυτό τους για να
τελειώσουν τη συζήτηση μ’ αυτόν ή μεταξύ
τους για να νιώσουν ότι είναι ίδιοι ή
ανήκουν κάπου. Είναι κι αυτό ένα από τα
πάμπολλα επιχειρήματα – καραμέλες που
είναι μέρος της τωρινής ελληνικής
νοοτροπίας. Αυτοτεχνάσματα για να
ξεγελάσουμε τον εαυτό μας ότι ή δε
συμβαίνει τίποτα ή ότι συμβαίνει κάτι
που δε μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό
απολύτως τίποτα. (Υπενθυμίζεται ότι δε
μιλάμε για λάθος εποχή ούτε λάθος
νοοτροπία, μόνο διαφορετικότητα στην
αντίληψη).
Θα
δούμε αμέσως γιατί. Στην αρχή υποθέσαμε
ότι μιλάμε για διαφορετικές εποχές, όχι
αναγκαστικά καλύτερες ή χειρότερες. Το
1898, ο Πιερ και η Μαρία Κιουρί ανακάλυψαν
ένα πέτρωμα ουρανινίτη το οποίο περιείχε
σε μεγάλες ποσότητες ένα στοιχείο που
εξέπεμπε ισχυρή ακτινοβολία, ονόμασαν
το στοιχείο Ράδιο και την ακτινοβολία
Ραδιενέργεια. Αν παραπάνω που διάβασες
για το ορυκτό Ράδιο σου ήρθε στο νου το
ραδιόφωνο και χαμογέλασες είσαι
πανίβλακας, ανάξιος να ακολουθήσεις
ένα σκεπτικό και ψάχνοντας ευκαιρία να
αποσπάσεις το μυαλό σου χαζά. Συγκεντρώσου.
Δυο άλλοι φυσικοί της εποχής, ο Έρνεστ
Ράδερφορντ και ο Φρέντερικ Σόντι
παρατήρησαν ότι το Ράδιο, όντας ένα βαρύ
στοιχείο είναι εύκολο να διασπαστεί
και να έχουμε ως αποτέλεσμα μικρότερα
άτομα και διαφορετικά στοιχεία. Μια
διαδικασία που την ονόμασαν μεταστοιχείωση.
Λίγο
αργότερα, το 1933, στη Γερμανία έκαναν
Καγκελάριο έναν Χίτλερ που ήταν λίγο
μυστήριο τραίνο. Αλλά όπως είπαμε και
πριν, μπορεί από την πλευρά του Χίτλερ
τα πράγματα να ήταν σωστά, εξελιγμένα
και «καλύτερα», οπότε πάλι ας μην
σχηματίζουμε ιδέες ότι τότε ο κόσμος
για μας χειροτέρεψε. Αστραπιαία έγινε
γνωστό ότι δεν ήταν ασφαλές για τους
Εβραίους επιστήμονες (και για τους
υπόλοιπους βέβαια) να παραμένουν στη
χώρα. Ο Λέο Σζιλάρντ (γερμ. όνομα Λέο
Σπιτζ) πήρε των ομματιών του και έφυγε.
Πήγε στο Λονδίνο όπου εργαζόμενος
πατεντάρισε την αλυσιδωτή αντίδραση,
διάσπαση δηλαδή ουρανίου, η οποία θα
μπορούσε να τιθασευτεί σε έναν πυρηνικό
αντιδραστήρα για να παράγουμε τρομερές
ποσότητες ενέργειας. Το 1939 στέλνει ένα
γράμμα στον Αϊνστάιν και του τα εξηγεί.
Ο τελευταίος, βαθύτατα προβληματισμένος,
τα συζητάει με ένα φίλο του, τον Ρόμπερτ
Οπενχάιμερ. Αυτός από τη μεριά του, όντας
στις ΗΠΑ, φτιάχνει και δοκιμάζει με
επιτυχία ατομικές βόμβες. Δύο φορές
χρησιμοποιήθηκαν για να τινάξουν κόσμο
στον αέρα, καμία με κινητό τηλέφωνο. Τις
έριξαν από αεροπλάνο, αφού μερικές μέρες
πριν πέρασαν άλλα αεροπλάνα που πέταγαν
φυλλάδια λέγοντας στον κόσμο να φύγει
γιατί θα τους βομβαρδίσουν. Από τότε
τίποτα.
Από
αυτούς που αναφέρθηκαν παραπάνω, κανένας
δεν ήταν εδώ. Όλοι τους ήταν κάπου αλλού,
σε χώρες μακρινές. Και έχουν περάσει
εβδομήντα χρόνια από τη χρήση πυρηνικών
βομβών σε κατοικημένες περιοχές. Από
τότε ο κόσμος όλος ζει με το φόβο των
πυρηνικών που, δεν αντιλέγω ότι υπάρχουν
παντού αλλά το μόνο που κάνουν είναι να
περνάνε το χρόνο ημιζωής τους σε υπόγεια
ή να ανατινάζουν το θαλάσσιο πυθμένα.
Άρα λοιπόν, όποιος υποστηρίζει το
σκεπτικό του κινητού τηλεφώνου που
ενεργοποιεί τα πυρηνικά δεν έχει ιδέα
για τι πράγμα μιλάει.
Το
κινητό τηλέφωνο αυτό δεν είναι πάνω στο
γραφείο ενός υπαλλήλου της εφορίας που
πήγες να κάνεις διακανονισμό. Δεν είναι
του περιπτερά που πήγες να πάρεις τσιγάρα
στις 3 το πρωί βγαίνοντας από το κλαμπ.
Δεν είναι ενός γνωστού σου που δεν ξέρεις
πού δουλεύει. Δεν είναι του τεχνικού
υπολογιστών που πήγες να φτιάξεις το
τάμπλετ σου. Δεν είναι το δικό σου που
θα σου το χακάρουν χοντροί από άλλες
χώρες που μένουν με τις μάνες τους και
πληκτρολογούν με δυο χέρια σε τρία
πληκτρολόγια. Δεν είναι κανενός. Το
υπαρκτό ενδεχόμενο ενός πυρηνικού
πολέμου δε θα γίνει από κινητό που θα
πληκτρολογήσει κάποιος κάπου στη γη
ένα κωδικό που μόνο αυτός ξέρει, όταν
ξαφνικά του έρθει μια Θεία Φώτιση. Αυτά
είναι για τις ταινίες που και σου παίρνουν
τα λεφτά και σου φυτεύουν ιδέες γιατί
τους παίρνεις στα σοβαρά. Ο πόλεμος
είναι αποτέλεσμα πολιτικών εξελίξεων
που καμιά φορά κάνουν πολύ καιρό να
αναπτυχθούν και κατασβήνονται πάντοτε
από χρηματικά συμφέροντα και όχι από
δίψα για αίμα.
Αυτός
είναι και ο λόγος που οι πιθανότητες
για πολέμους σήμερα, στις αναπτυγμένες
τουλάχιστον χώρες είναι σχεδόν μηδενικός.
Είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο υπάρχουν
αρρώστιες χωρίς γιατρειά, τεχνολογία
που αναπτύσσεται με αριθμητική αλλά
όχι γεωμετρική πρόοδο και ηλεκτρικό
ρεύμα επί πληρωμή.
Εδώ
που τα λέμε, το ήξερες ότι φωτοβολταϊκά
πάνελ που, αν κάλυπταν μια μικρή περιοχή
της Σαχάρας θα μπορούσαν να ηλεκτροδοτήσουν
τον ολόκληρη την υφήλιο; Χωρίς να
χρησιμοποιηθεί βοηθητικά καμία άλλη
ανανεώσιμη πηγή ενέργειας όπως η αιολική
ή η (παρωχημένη) υδροηλεκτρική.
Αντί
να έχουμε αυτό, βγαίνουν διάφοροι
ιθύνοντες και εμποδίζουν την πραγμάτωση
αυτών των λύσεων γιατί, όπως λένε, από
την πολλή χρήση θα κρυώσει ο ήλιος και
από τον πολύ αέρα που θα χρησιμοποιήσουμε
θα τελειώσει κι αυτός και η Γη θα ζεσταθεί.
Εδώ που τα λέμε, είναι κι αυτό μια λύση,
αν και εξωπραγματική, γιατί μπορεί να
επιτευχθεί ισορροπία από το κρύωμα του
ήλιου και την αφόρητη ζέστη από την
έλλειψη ανέμων. Δεν είναι όμως αυτό το
θέμα μας.
Είναι
όμως το γεγονός ότι όλα όσα δίνονται
στο ευρύ κοινό θα πρέπει να εκμεταλλεύονται
στο έπακρο πριν τελματώσουν και έρθουν
άλλα που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν
στο έπακρο κι αυτά. Το δικαίωμα στη χρήση
τους επιφέρει οικονομικά κέρδη. Δεν
υπάρχει πλέον ανάγκη κατάκτησης εδαφών
για τη φυσική υποδούλωση αφού είναι
δυνατό η οικονομική απομύζηση να γίνεται
με τη διακρατική δουλεία για την οποία
δε βλέπω να είναι κανένας παραπονεμένος
στ’ αλήθεια. Το να λέω κι εγώ με τη σειρά
μου ότι ενοχλούμαι με την ανισότητα που
υπάρχει στον κόσμο, με την πείνα στην
Αφρική και με τους πολέμους πέρα μακριά
δε με κάνει ούτε παραπονεμένο ούτε
ακτιβιστή. Με κάνει έναν τύπο που έγραψε
μια γραμμή σε ένα κείμενο, τίποτα
περισσότερο. Και ούτε κι εσένα που τα
συζητάς στο καφενείο γιατί αύριο θα πας
στα ίδια μέρη για να συζητήσεις τα ίδια
πράγματα. Είσαι το ίδιο χρήσιμος στην
κοινωνική αλλαγή όσο ένα σύνθημα γραμμένο
σε ένα τοίχο κάπου. Καθόλου.
Ανακεφαλαιώνοντας,
αναρωτιόμαστε τί σχέση έχουν όλα αυτά
μεταξύ τους. Ο λαβύρινθος, η πυρηνική
βόμβα, τα σιδερένια σπαθιά και ο φίλος
που βγήκε από το κλαμπ για να πάρει
τσιγάρα. Όλα είναι μέρη του ίδιου κόσμου,
θα πει κανείς. Επειδή όμως το ζήτημά μας
είναι η νοοτροπία μας και η εξέλιξή της,
η πυρηνική βόμβα δεν είναι του ίδιου
κόσμου. Μας επηρεάζει, βέβαια, αλλά είναι
ξένο επίτευγμα. Τα υπόλοιπα είναι δικά
μας. Είναι ο πολιτισμός μας, ο τρόπος
σκέψης μας, η νοοτροπία μας, αυτό που
έχουμε να δείξουμε σε άλλους λαούς για
το πως σκεφτόμαστε καλώντας τους να
έρθουν κοντά μας και ν’ ακούσουν ώστε
να μάθουν πέντε πράγματα.
Αυτοί
που θα έρθουν πιο κοντά θα δουν αυτά τα
πέντε πράγματα και θα σχηματίσουν μια
γνώμη που πάει ως εξής:
Πριν
από πέντε χιλιάδες χρόνια αυτοί οι
άνθρωποι είχαν ήδη δείξει ότι μπορούσαν
να δημιουργήσουν εκ του μηδενός νοητικά
προϊόντα που τους οδήγησαν στη βελτίωση
της τεχνολογίας τους, την οχύρωση των
πόλεών τους, τη δημιουργία μοναδικού
έως και σήμερα αλφαβήτου, την εξύψωση
και περιφρούρηση των ιδανικών τους και
την καλλιέργεια εδάφους για περαιτέρω
ανάπτυξη ανοιχτή σε οποιεσδήποτε
μελλοντικές ιδέες. Κατά τη διάρκεια
αυτών των πέντε χιλιάδων ετών σταδιακά
σταμάτησε η δημιουργία εκ του μηδενός
ιδεών. Η τεχνολογία δεν εξελίχθηκε
περισσότερο αλλά περίμεναν αυτή από
άλλους λαούς στους οποίους βασίζονταν
αναμένοντας νέες ανακαλύψεις. Το μοναδικό
αυτό αλφάβητο σιγά σιγά αντικαθίσταται
από τους ευρέως διαδεδομένους ξενισμούς
και στον γραπτό (greeklish) και στον προφορικό
λόγο (μπες στις φώτο και πόσταρε πάνω
στο wall). Τα ιδανικά παραμένουν προφορικά
τα ίδια, η δύναμη και η εγγενής επιθυμία
για την περιφρούρησή τους έχουν παραμείνει
προφορικά εντελώς αναλλοίωτα, πλην όμως
μαγικά συμβαίνει στην πράξη το αντίθετο.
Οι συνεκτικοί δεσμοί, κοινοί στη νοοτροπία
τους, κοχλάζουν στις φλέβες τους αλλά
εξωτερικά δείχνουν να μοιράζονται τους
δεσμούς αυτούς με οποιονδήποτε στην
κυριολεξία, από τον πιο κακοπροαίρετο
μέχρι τον λιγότερο κακοπροαίρετο. Η
προετοιμασία και διατήρηση εύφορου
περιβάλλοντος για ιδέες ώστε να
χρησιμοποιηθούν για το κοινό καλό
σταμάτησε γιατί το κοινό αυτό μεταβάλλεται
κάθε στιγμή που περνάει.
Υπενθυμίζεται
ότι αυτή η πραγματικότητα δεν είναι
κατ’ ανάγκη άσχημη. Οι Έλληνες, μέσα
από αυτά τα πέντε χιλιάδες χρόνια,
διαμόρφωσαν συνειδητά αυτή την ελληνική
πραγματικότητα μέσα από μια μεστωμένη
και πέντε χιλιάδες φορές ώριμη νοοτροπία.
Ποια είναι λοιπόν αυτή η περιβόητη
ελληνική νοοτροπία;
Μεταφράζοντας
ετυμολογικά, νοοτροπία σημαίνει ο τρόπος
του νου. Επειδή πραγματευόμαστε με τη
συλλογική νοοτροπία ενός ολόκληρου
λαού συμπεριλαμβάνονται όλες οι
αντιδράσεις στα ερεθίσματα, ο τρόπος
αντίληψης του τοπικού αλλά και διεθνούς
περιβάλλοντος, τα έθιμα, ο σεβασμός
απέναντι στις αξίες και τα ιδανικά τόσο
των ίδιων των ατόμων του συνόλου αλλά
και των άλλων που είναι εκτός. Γενικότερα
μπορούμε να τη σκεφτούμε ως τη γνώμη
που σχηματίζουν οι Έλληνες για ο,τιδήποτε
που πέφτει στην αντίληψή τους και το τί
κάνουν ενεργά γι’ αυτό. Όλοι οι Έλληνες
δεν είναι ίδιοι και προφανώς δεν αντιδρούν
όλοι με τον ίδιο τρόπο σε ίδιες καταστάσεις
κι έτσι πρέπει πρώτα να λάβουμε υπ’ όψη
το εξής. Οι αλληλεπιδράσεις που υπάρχουν
μεταξύ των ατόμων, η ώσμωση μεταξύ τους,
αν θέλετε, είναι αυτή που συντελεί στη
διαμόρφωση αυτής της συλλογικής
νοοτροπίας. Αυτή εφαρμόζεται και
επιβάλλεται με τον τρόπο της ακόμα κι
αν μεμονωμένες περιπτώσεις δε συμφωνούν
μ’ αυτή αλλά δε μπορούν να κάνουν κι
αλλιώς. Οι πολλοί ορίζουν την ελληνική
πραγματικότητα και οι υπόλοιποι απλά
χορεύουν στο ρυθμό τους.
Θα
προσπαθήσουμε να θίξουμε όσο το δυνατό
λιγότερους γιατί είναι κρίμα να
παρεξηγηθούν κι αυτοί οι καημένοι. Γιατί
παρεξηγούνται εύκολα. Κι αυτό συμβαίνει
επειδή ή ανήκουν στη νοοτροπία που θα
αναφέρουμε και δε θέλουν να παραδεχτούν
ότι είναι έτσι ή είναι αυτοί που χορεύουν
το χορό των άλλων.
Για
να δούμε. Ποιο θέμα θα φέρουμε πρώτο στο
τραπέζι; Το θέμα της εκπαίδευσης. Τα
παιδιά πηγαίνουν στο νηπιαγωγείο, στο
δημοτικό σχολείο, στο γυμνάσιο, και πάει
λέγοντας. Εδώ και τουλάχιστον τριάντα
χρόνια δεν έχουν αλλάξει και πολλά
πράγματα στην ουσία της εκπαίδευσης.
Οι αλλαγές είναι στον τρόπο που θα
δηλώνονται τα παιδιά από τους γονείς
στο σχολείο (γραφειοκρατικά πράγματα
συγκέντρωσης εγγράφων) και τα ίδια
βιβλία που δεν έχουν μεταβληθεί (δε λέμε
«βελτιωθεί» ή «χειροτερέψει») όλα αυτά
τα χρόνια ούτε στο παραμικρό. Κοντεύουμε
να φτάσουμε σε μια εποχή όπου το εγγόνι
παίρνει από το σχολείο τα ίδια ακριβώς
βιβλία που είχε πάρει και ο παππούς του
όταν πήγαινε αυτός σχολείο. Το σχολείο
είναι το μέρος, λοιπόν, όπου συντελεί
στην διαιώνιση των ίδιων κι απαράλλαχτων
γνώσεων και των ίδιων πάνω – κάτω
γνώσεων.
Από
την άλλη πλευρά, σε χώρες του εξωτερικού
έχουν αντιληφθεί κάτι άλλο. Από τη στιγμή
που το παιδί καταλαβαίνει τον εαυτό του
και είναι δεκτικό στην πρόσληψη γνώσεων,
φροντίζουν να του προσφέρουν απλόχερα
αλλά μεθοδευμένα οποιεσδήποτε γνώσεις,
ανεξάρτητα αν θεωρείται ότι δεν είναι
για την ηλικία του. Καλλιεργείται ένας
τρόπος σκέψης «έξω από το κουτί» έτσι
ώστε αν χρειαστεί, το παιδί θα καταφύγει
στην αυτομόρφωση και την περαιτέρω
κατάρτιση. Με άλλα λόγια, αν ένα παιδί
καταλάβει ότι δεν ξέρει κάτι εκπαιδεύεται
στο να νιώθει την ανάγκη να το μάθει κι
όχι να το παρατήσει στρεφόμενο προς
κάτι που ξέρει σίγουρα ή είναι εύκολο.
Μεγαλώνοντας ο ενήλικος αυτός θα
απορροφηθεί κάπου με τις γνώσεις που
θα αποκτήσει, αποφεύγοντας μια για πάντα
την πιθανότητα να ζει για να παραπονιέται
ότι ο κόσμος είναι άδικος κι ότι φταίνε
οι άλλοι.
Συνεχίζοντας
στο ελληνικό γυμνάσιο, παρατηρούμε ότι
έχει καταργηθεί το πολυτονικό σύστημα
κι έχει αντικατασταθεί με ένα που έχει
λιγότερες γραμμούλες πάνω από τα
γράμματα. Ακόμη και οι λέξεις τείνουν
να έχουν λιγότερα γράμματα. Οι δίφθογγοι
σιγά σιγά γίνονται ένα γράμμα, τα διπλά
σύμφωνα εξαφανίζονται και χρησιμοποιείται
ένα κάθε φορά.
Το
παιδί που θα πάει να μάθει γράμματα θα
δει «μτ» και θα μάθει ότι πρόκειται για
το όργανο που σε βοηθάει να βλέπεις.
Αλλά το «μτ» μπορεί να είναι και «μετά»,
«μίτος», «μύτη» και δεν ξέρω κι εγώ τι
άλλο. Οπότε θα πρέπει κάθε φορά η έννοια
να συμπεραίνεται από τα συμφραζόμενα,
που όμως είναι κι αυτά εκφρασμένα με
τον ίδιο τρόπο. Παίζοντας μια σημερινή
κρεμάλα, η μελλοντική φράση «δ πρίτε ν
μαις κτ μ αφτ το» θα βγάζει νόημα. Αυτός
που θα τη λέει θα έχει εξελίξει τη γλώσσα
του σχεδόν στο έπακρο και μετά από πέντε
χιλιάδες χρόνια ιστορίας (τότε έξι) θα
μιλάει σαν άνθρωπος του μέλλοντος κι
όχι σαν καθυστερημένος. Το παραπάνω
παράδειγμα δε μπορούμε να ισχυριστούμε
ότι ελλοχεύει κινδύνους όπως η κατάτμηση
του λεξιλογίου ή η περιτομή του συντακτικού
γιατί μιλάμε για τρόπο σκέψης διαφορετικό,
όχι χειρότερο.
Το
λύκειο από την άλλη πλευρά είναι μια
πιο σοβαρή υπόθεση. Η πλειοψηφία των
παιδιών, επειδή δε μπορεί να διαχειριστεί
την επιλογή ζωής που έχουν μπροστά τους
(για παράδειγμα αυτοκτονίες, ανυπαρξία
απολυτηρίου) το βάρος πέφτει στους
γονείς να πάρουν μια απόφαση γι’ αυτά.
Η απόφαση λαμβάνεται συνήθως με βάση
το σκεπτικό που κουβαλάνε από τότε που
πήγαιναν και οι ίδιοι σχολείο και την
οικονομική αποκατάσταση και επιλέγονται
οι παραδοσιακά δημοφιλείς σχολές που
την προσφέρουν.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα “μονάδας μέτρησης” της
επιτυχίας είναι η βάση της Ιατρικής
Αθηνών. Όποιος περάσει εκεί θεωρείται
αυτομάτως επιτυχημένος και καλός
άνθρωπος. Εδώ χρειάζεται προσοχή ‘
προσέξτε τι συμβαίνει. Οι γονείς του
τον πρόσεχαν, τον έστελναν φροντιστήρια
(πώς αλλιώς θα μάθαινε, από το σχολείο;)
αλλά όμως είχαν λεφτά να τον στείλουν
στα φροντιστήρια γιατί έχουν λεφτά
αυτοί. Αλλά πως να μην είχαν αφού είχαν
χωράφια στο χωριό και διαμερίσματα στην
πόλη και επίσης είχαν γνωριμίες και τα
πάνε καλά σαν οικογένεια. Έτσι όμως
εγείρουν το φθόνο για κατορθώματα που,
στην τελική ανάλυση, μπορεί και να
πέτυχαν με μόνιμη προσπάθεια οικογενειακώς.
Τελικά είναι παλιάνθρωποι και αυτά που
έχουν δεν τους αξίζουν γιατί έχουν ήδη
λεφτά και το παιδί τους θα πάει να βγάλει
κι άλλα, ενώ θα έπρεπε στη θέση του να
ήταν ένα παιδί από πιο φτωχή οικογένεια
που χρειάζονται τα λεφτά περισσότερο.
Ένα
αλάνι, βάρος στην κοινωνία με χωρισμένους
γονείς και πεθαμένα αδέρφια που καπνίζει
και ακούει μουσική του Σατανά δεν αξίζει
αυτά τα πράγματα ακόμα κι αν πετύχει με
τον κόπο του. Γιατί ακούει μουσική του
Σατανά και καπνίζει και έχει τατουάζ.
Ορίστε η ελληνική νοοτροπία. Δεν αξίζει
το παιδί κανενός αλλουνού, αξίζει το
δικό μου για το λόγο ότι είναι δικό μου.
Όμως
δε θα αναφερθώ καθόλου σε επιλογές που
αρέσουν στ’ αλήθεια σε κάποιο μαθητή
ούτε εκεί που είναι πραγματικά καλός
ούτε αυτές που δεν υπάρχουν στην Ελλάδα.
Οι τελευταίες συγκεκριμένα δεν πρόκειται
ποτέ να πάει στο μυαλό κανενός παιδιού
αφού έχει περάσει όλα του τα σχολικά
χρόνια μέσα από ένα σύστημα που δεν του
έχει αναφέρει ποτέ ότι υπάρχουν. Και αν
οι γονείς και τα παιδιά δεν ξέρουν, τί
άλλο υπάρχει; Υπάρχει ο Σχολικός
Επαγγελματικός Προσανατολισμός, ένα
υποχρεωτικό μάθημα που όλοι μέσα πετάνε
σαΐτες. Κανένας δε φαίνεται να το
προσέχει. Αυτά που αποκομίζει κανείς
από αυτό δεν είναι, όπως λέει και το
όνομά του, μια ενημέρωση σχετικά με το
ό,τι υπάρχει εκεί έξω αλλά η ανάμνηση
στα σχολικά χρόνια μιας αμήχανης στιγμής
που όλοι κοιτάζονταν στα μάτια και
περίμεναν να τελειώσει.
Θα
αναφέρω χαρακτηριστικά ένα παράδειγμα
από το φετινό σχολικό βιβλίο Αρχές
Οικονομικής Θεωρίας της Γ’ Λυκείου.
Πριν το 5ο Κεφάλαιο «Ο Προσδιορισμός
Των Τιμών» έχει ένα σκίτσο του Πωλ
Σάμιουελσον (1915- ), ενός κεϋνσιανού
οικονομολόγου που είδε άσπρη μέρα στις
ΗΠΑ, όπου διέπρεψε.
Εδώ
είναι δύο τα ερωτήματα που με παρακαλούσαν
για να βγουν από το κεφάλι μου.
Πρώτον,
τι νοοτροπία είχε αυτός που, εδώ και
οχτώ χρόνια που έχει πεθαμένος ο
Σάμιουελσον, έχει αφήσει το σχολικό
βιβλίο ακριβώς ίδιο, παρ’ όλες τις
εξελίξεις στην Πολιτική Οικονομία;
Δεύτερον,
τι Σχολικό Επαγγελματικό Προσανατολισμό
έχουν στην Κένυα ώστε να ενημερωθεί και
να καταλάβει ο Σάμιουελσον ότι μπορούσε
να φύγει από την Κένυα και να πάει στις
ΗΠΑ;
Στην
πρώτη περίπτωση, ο Σάμιουελσον, με το
θάνατό του άφησε πίσω του ως κληρονομιά
ολόκληρη τη σύγχρονη Οικονομία και
κάποιους εκτεθειμένους στη ντροπή, οι
οποίοι ακόμα και μετά από 200 χρόνια που
το βιβλίο θα είναι προφανώς ακριβώς
ίδιο, δε θα προσθέσουν ούτε καν τη χρονιά
που πέθανε. Στη δεύτερη περίπτωση, το
έκανα επίτηδες. Ο Σάμιουελσον ποτέ δεν
ήταν στην Κένυα. Μαθαίνεις ίσως τώρα
ότι κεϋνσιανός οικονομολόγος είναι
αυτός που ανήκει στη λεγόμενη νέο-κεϋνσιανή
σχολή μακροοικονομίας που δημιουργήθηκε
τη Μεταπολεμική Περίοδο από έναν που
λεγόταν Τζον Μέιναρντ Κέινς. Είναι
διαφορετικός από τον Κενυάτη, αυτόν από
την Κένυα δηλαδή, που ίσως να καταλαβαίνεις
ότι το ήξερες ήδη τώρα που στο λέω ή ίσως
και να το ήξερες από πριν. Αλλά σίγουρα
βλέπεις χωρίς αμφιβολία σε τι κόσμο
οδηγούμαστε όταν ο Κενυάτης καταλήξει
σιγά σιγά να σημαίνει και τα δύο παραπάνω
πράγματα.
Εδώ
στην Ελλάδα από ότι βλέπω έχει γενικότερα
επικρατήσει μια υστερική ανάγκη για
αδιάλειπτη καταστροφολογία. Άνθρωποι
έχουν φτάσει σε σημείο να καίγεται το
κτίριο που είναι μέσα και, αντί να βγουν
αμέσως έξω για να μην καούν, να προσπαθούν
να βρουν ποιος είναι ο ένοχος για την
πυρασφάλεια και να παραπονιούνται ότι
η κατάσταση είναι απαράδεκτη γιατί ποτέ
δεν βρίσκει το δρόμο της η δικαιοσύνη
και δεν μπαίνουν φυλακή αυτοί που
ευθύνονται. Από το κτίριο δεν πρόκειται
να βγουν αν δεν απαντηθούν πρώτα αυτά
τα ερωτήματα. Φταίνε οι άλλοι, αυτοί που
δε μπορείς να τους βρεις γιατί είναι
βαλμένοι σε κάτι γραφεία μέσα που δεν
ξέρουμε τα τηλέφωνα. Δεν κάνουν τίποτα
όμως για το φλεγόμενο κτίριο παρά μόνο
λένε γι’ αυτό, όπως στο παραμύθι του
δειλού κυνηγού που ήθελε να βρει μόνο
τα χνάρια αλλά όχι το ίδιο το λιοντάρι.
Έχουμε όμως στο μυαλό μας ότι πρόκειται
για διαφορετικά μυαλά που μπορεί να
έχουν δίκιο με αυτή τη νοοτροπία.
Τη
νοοτροπία, τον τρόπο του νου, θα τον
θεωρήσουμε ως το σύνολο των διαφορετικών
τρόπων αντιδράσεων στα εξωτερικά
ερεθίσματα. Επειδή μιλάμε για ένα σύνολο
ανθρώπων, το σύνολο αυτό από όλες αυτές
τις νοοτροπίες αποτελεί μια συλλογική
νοοτροπία που είναι ένα ελαφρώς διευρυμένο
σύνολο. Στην ελληνική πραγματικότητα
όμως, θα δούμε ότι τα περισσότερα άτομα
όχι μόνο δεν συνοικοδομούν έναν
ποικιλόμορφο όγκο αντιλήψεων που
μεγαλώνει για να χωρέσει κάτι νέο αλλά
απεναντίας, τα άτομα αυτά πασχίζουν να
στενέψουν τους πολλούς αυτούς τρόπους
όσο γίνεται περισσότερο.
Έχω
συζητήσει με πολλά άτομα τον τελευταίο
καιρό και κάθε φορά καταλήγουμε στο
εξής συμπέρασμα (με τα ίδια ακριβώς
λόγια): για να κάνεις κάτι στην Ελλάδα
πρέπει να το καταλαβαίνει ο άλλος.
Εννοώντας ότι αν έχεις τη γνώση για να
επιτεύξεις κάτι που ονειρεύεσαι, πρέπει
οπωσδήποτε να καταλάβει ακριβώς τι
είναι κι αυτός στον οποίο θα το
παρουσιάσεις, όχι μόνο εσύ ο ίδιος.
«Ο άλλος» είναι ένα άτομο που κάθε φορά
βλέπει αυτό που πας να κάνεις και είτε
με την έγκρισή σου είτε και χωρίς αυτή,
κρίνει την ενέργειά σου.
Αυτός
μπορεί κάλλιστα να μη συμφωνεί σε τέτοιο
βαθμό, που να προσπαθεί να σε αποτρέψει
αν του δοθεί η ευκαιρία. Οι πιο εξεζητημένες
περιπτώσεις προσπαθούν να δημιουργήσουν
την ευκαιρία αυτή «για να σε γλιτώσουν».
Ένα
άλλο βασικό χαρακτηριστικό τους είναι
ότι «αυτός» ή «αυτή» είναι ένα άτομο
που διατηρεί τη θέση του ως «άλλος» ό,τι
και να γίνει. Δεν μπορείς να αποφύγεις
το γεγονός να φανερωθεί το επίτευγμά
σου σε κάποιον τρίτο. Ακόμα και να
προσπαθείς με τέχνη περισσή για τον
εαυτό σου και να πασχίζεις να κάνεις τη
ζωή σου πιο εύκολη χωρίς να αναμείξεις
κανέναν άλλο στη γη, το άτομο αυτό θα
έρθει να σε βρει από μόνο του. Και ο άλλος
δεν έχει καμία άλλη δουλειά να κάνει
στη γη παρεκτός από το να ασχολείται με
εσένα και τις «παράξενες ιδέες που σου
κατεβαίνουν ώρες – ώρες» καθώς και με
άλλους όμοιούς σου. Με αυτό το πράγμα
ασχολείται το άτομο αυτό, είναι το
επάγγελμά του.
Και
αν αυτό που κάνεις δεν το περάσει με
επιτυχία μέσα από ένα (εντελώς προσωποπαγές)
δικό του φίλτρο γνώσης και δυνατότητας,
τότε το επίτευγμά σου δε μπορεί να
συμβεί. Αν δηλαδή το άτομο που θα
απλώσει τα μάτια του πάνω στο κατόρθωμά
σου δεν καταλάβει τι είναι αυτό που
βλέπει, τότε αυτό που έφτιαξες απλά δεν
υπάρχει, και δε θα μπορέσει ποτέ να
γίνει, ακόμα κι αν στέκει εκεί μπροστά
και στους δυο σας ως μια ολοζώντανη
πραγματικότητα.
Σε
αυτό το σημείο γελάνε οι ηλίθιοι και οι
ανίδεοι. Αυτοί οι τελευταίοι πιστεύουν
ότι άλλα παρόμοια πράγματα που υπάρχουν
στη ζωή και είναι μέρος της πραγματικότητας
όλων έχουν εμφανιστεί στη θέση τους
ξεπηδώντας από τη γη μέσα, και απλά
κάποια στιγμή υπήρξαν, χωρίς περαιτέρω
εξηγήσεις. Το αυτοκίνητο που οδηγείς
φτιάχτηκε σε μια χώρα μακρινή που ζει
ένας μυθικός βασιλιάς. Εκεί βγήκε ένας
ήρωας που παντρεύτηκε και την πιο μικρή
κόρη του βασιλιά, και φτιάχνει και
αυτοκίνητα.
Αν θες
κι εσύ να αποκτήσεις γνώσεις για να
δημιουργήσεις ένα αυτοκίνητο που
οδηγείται μόνο του δε μπορείς γιατί εδώ
στο Greece όλοι θα πέσουν να σε γλιτώσουν
από το να παιδεύεσαι με φανταστικά
πράγματα. Σε άλλες χώρες εξυπακούεται
ότι ο καθένας το παλεύει όπως μπορεί
για να προκόψει. Αλλά σ’ αυτή τη χώρα
πρέπει αναγκαστικά να ακολουθήσεις μια
πορεία που σε οδηγεί σε αδιέξοδο. Εδώ
πρέπει να αράξεις, να ξεκουραστείς από
την ξεκούραση, και να ασχοληθείς
οπωσδήποτε με πράγματα που είναι
καταδικασμένα να αποτελούν υλικά μιας
συνταγής από ένα άνοστο φαγητό που τρως
γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο.
Επαναλαμβάνουμε ότι η ελληνική νοοτροπία
είναι διαφορετική και όχι χειρότερη
από άλλες.
Το
ζήτημα αυτό ξεκινάει και από τα πιο απλά
πράγματα, ακόμη και με το πόσο αλάτι
ρίχνεις στο φαγητό σου. Αν περιγράψεις
μια συνταγή, υπάρχει σωστή απάντηση
για το πόσο αλάτι πρέπει να σου αρέσει
εσένα με τα κριτήρια άλλων.
Φαντάσου πόσο πιο μεγάλη είναι η
παρείσφρηση του τρίτου αυτού ατόμου σε
πιο σημαντικά ζητήματα όπως η μουσική,
η πολιτική, η τεχνολογία και η επαγγελματική
αποκατάσταση. Η παρέμβαση του «άλλου»
δεν είναι απλό ζήτημα. Είναι βασικός
πυλώνας της ελληνικής νοοτροπίας. Με
βάση αυτό πορεύεται η κοινωνία,
αναπτύσσεται και προετοιμάζει τον κάθε
νου να γίνει μέλος της.
Όσο
για τον τρόπο σκέψης «έξω από το κουτί»,
αυτός δεν βρίσκεται καν στο τραπέζι της
συζήτησης αφού οποιαδήποτε ιδέα
παρεκκλίνει από το κεντρικό ρεύμα της
αποδεκτής νοοτροπίας στην Ελλάδα αμέσως
εκπίπτει από την πραγμάτωσή της.
Μερικοί
όμως βρίσκονται στο στόχαστρο και
υποφέρουν από τα αποτελέσματα αυτής
της φοβερής και τρομερής ελληνικής
νοοτροπίας. Αυτοί είναι που βρίσκουν
την ελληνική νοοτροπία πλέον χειρότερη
από παλιά και θέλουν επειγόντως να
αλλάξει γιατί πιστεύουν ότι χωρίς να
κάνουν και τίποτα το υπερβολικά μυστήριο
είναι εκτός εποχής. Παραπονιούνται, και
αρκετές φορές δικαίως.
Κάποιος
που σπούδασε Μηχανικός Περιβάλλοντος
αντιλαμβάνεται ότι δε μπορεί να συμπράξει
και τόσο εύκολα σε μια μελέτη αφού το
πτυχίο που του χορηγήθηκε από το κράτος
δεν είναι αναγνωρισμένο από το ίδιο
κράτος για το σκοπό αυτό. Παρ’ όλα αυτά
η νοοτροπία υποδεικνύει ότι είναι
«σπουδασμένος». Ένας άλλος που δε μπορεί
να βρει δουλειά και σκέφτεται να
μετακομίσει μονίμως στο εξωτερικό
βρίσκεται αντιμέτωπος με μια την ίδια
αυτή νοοτροπία που τον στιγματίζει ως
«προδότη» γιατί εγκατέλειψε τη χώρα
του και μάλιστα σε χρόνο που αυτή τον
έχει ανάγκη (άλλο κεφάλαιο αυτό).
Προγραμματιστές
και σχεδιαστές γραφικών που έχουν ίσως
επενδύσει στο αντικείμενο που αγαπούν
φοιτώντας ιδιωτικά (ρίχνοντας χρήματα
οι ίδιοι για τη γνώση τους) και θέλουν
να φτιάξουν, για παράδειγμα, ένα
ηλεκτρονικό παιχνίδι σταματιούνται
από ελληναράδες που τους αντιμετωπίζουν
ως περιθωριακούς, μαμάκηδες, άτομα που
ασχολούνται με «φαντάσματα», «πακ μανς»,
«σούπερ μάριος» και «μπαρμπαδάκια» και
δε βρίσκουν μια δουλειά της προκοπής.
Οι οποίοι ελληναράδες, αφού τους
χαρακτηρίσουν έτσι και αισθανθούν ωραία
με τον εαυτό τους, θα βγάλουν το κινητό
από την τσέπη τους (που το κατασκεύασε
κάποιος που ασχολείται με πακ μανς) και
θα κανονίσουν το ίδιο απόγευμα να βρεθούν
σε κάποιο σπίτι για πρωταθληματάκια
Προ (που το κατασκεύασε κάποιος που
ασχολείται με πακ μανς).
Οι
πρώτοι αναγκάζονται να βλέπουν σε άλλες
χώρες να υπάρχουν εταιρίες – κολοσσοί
που όχι μόνο πρωτοπορούν στον τομέα των
βιντεοπαιχνιδιών θησαυρίζοντας με
εκατομμύρια εκατομμυρίων αλλά κι
επιπροσθέτως ψάχνουν εναγωνίως για
τέτοια άτομα σαν αυτούς. Άτομα που, αν
σκεφτούν να απαλλαγούν από την ελληνική
νοοτροπία αλλάζοντας χώρα, θα βρεθούν
αμέσως δέκτες των προαναφερθέντων
σχολίων περί προδοσίας.
Ένας
άλλος σκέφτεται να κατασκευάσει υπόγειο
πότισμα για τον ίδιο του τον κήπο αλλά
όμως δε μπορεί διότι από τη μια πλευρά
μεν ο Δήμος του δεν έχει σκεφτεί ότι
πρέπει να υπάρχει τέτοια άδεια για να
του χορηγήσει, από την άλλη αν φτιάξει
κάτι τέτοιο μόνος του θα του το καταστρέψουν
ως αυθαίρετο και από την παράλλη θα τους
πρήζουν όλοι τα αυτιά με επιχειρήματα
όπως για υπερβολική απόθεση νερού στο
υπέδαφος ενώ όταν βρέχει το νερό πάει
εκεί ούτως ή άλλως.
Η
ελληνική νοοτροπία έχει φτάσει σε σημείο
να αναζητεί απεγνωσμένα και υστερικά
θέμα για να καταστροφολογήσει, στον
υπέρτατο βαθμό. Αν το θέμα δεν υπάρχει,
θα δημιουργηθεί εκ του μηδενός. Κι επειδή
η καταστροφολογία προσφέρει στο τέλος,
μετά από κάμποση ώρα, ένα συναίσθημα
ικανοποίησης, τα τεχνητώς κατασκευασμένα
θέματα τους κρατάνε όλους απασχολημένους
ενώ τα σοβαρότερα θέματα έχουν ήδη
αποφασιστεί χωρίς συζήτηση.
Η λύση
στα προβλήματα δεν υπάρχει καν στον
ορίζοντα. Ο καθένας κοιτάει τον εαυτό
του και την οικογένειά του μέχρι να
τελειώσει η μέρα και να πάνε όλοι για
ύπνο. Αφήνεται στον κόσμο των ονείρων
με τη σκέψη να ξυπνήσει την επόμενη μέρα
για να καταστροφολογήσει ξανά. Και η
καταστροφολογία είναι ένα κομμάτι γλυκό
που τον κάνει να αισθάνεται ωραία μετά
από ένα κουβά από οξύ που πίνει κάθε
μέρα για να τα βγάλει πέρα.
Όλα
αυτά ακούγονται ίσως απειλητικά και
σκοτεινά. Μια σκούρα ομίχλη έχει τυλίξει
τα πάντα και την αναπνέεις κάθε στιγμή.
Η ομίχλη αυτή είναι η ανάσα της συντριπτικής
πλειοψηφίας των Ελλήνων που ανήκουν σ’
αυτόν τον τρόπο σκέψης. Οι ελάχιστοι
υπόλοιποι βήχουν υποφέροντας. Αν κάποιος
ξαφνικά αποφασίσει ότι η ελληνική
νοοτροπία στο πέρασμα των χρόνων έχει
όχι μόνο διαφοροποιηθεί αλλά έχει
χειροτερέψει κιόλας, κάτι πρέπει να
γίνει άμεσα. Ο άνθρωπός μας βρίσκεται
εν μέσω τρικυμίας. Κατάλαβε εν τέλει
ότι πάμε από το κακό στο χειρότερο. Ποιος
λοιπόν θα σταματήσει τη νοοτροπία αυτή;
Η απάντηση είναι και πάλι απλή. Κανένας.
Δεν
υπάρχει ήρωας, μην τον περιμένεις. Αν
θέλεις να ανεβείς στο γαϊδούρι και να
τρέξεις καταπάνω στον ανεμόμυλο με δόρυ
τότε μάλλον ο ήρωας είσαι εσύ. Αλλά
επειδή αυτή δεν είναι σοβαρή αντιμετώπιση,
μάλλον ανήκεις στους μονόφθαλμους που
έτυχε να έχουν γεννηθεί σε ένα βασίλειο
τυφλών. Για να επιβιώσεις πρέπει να
βρεις ένα τρόπο για να υπάρχεις, λιγότερο
χειρότερα από αυτούς.
Και
όσο περνάνε τα χρόνια και η τεχνολογία
του μέλλοντος γίνεται παρόν με πιο
αλματώδεις ρυθμούς, ένα πράγμα γίνεται
σίγουρο: στην Ελλάδα, για να κάνεις κάτι,
μοναδική προϋπόθεση είναι να το καταλάβει
ο άλλος.
Φάε
το καρότο σου.
